Ο πρώτος Έλληνας Ιεραπόστολος της Αφρικής μακαριστός π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος

Ο πρωτοπόρος Ιεραπόστολος της Αφρικής 

π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος

Ο τάφος του π.Χρυσόστομου 

στην Κανάνγκα

Ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος γεννήθηκε το 1903 από μια φτωχή κτηνοτροφική οικογένεια στο χωριό Βασιλίτσι Πυλίας Μεσσηνίας και σε νεαρή ηλικία το φθινόπωρο του 1918 μετέβη στο ασκητήριο του Ηλία Παναγουλάκη κοντά στην Καλαμάτα μαζί με τον π. Ιωήλ Γιαννακόπουλο (1901-1966). Μετά από πέντε έτη άσκησης και την απόλυσή του από τον στρατό ο Χρήστος Παπασαραντόπουλος χειροτονείται κληρικός με το όνομα Χρυσόστομος από τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο και τοποθετείται ως ηγούμενος στην Ι. Μονή Γαρδικίου, όπου παραμένει μέχρι το 1935.

Στη συνέχεια υπηρετεί ως εφημέριος σε δύο μικρές ενορίες της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας και στο Μετόχι της Μονής Βουλκάνου, την Χρυσοκελλαριά. Το 1938 κλήθηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο και τοποθετήθηκε ως ηγούμενος στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνος. Λίγο αργότερα διορίστηκε πνευματικός των παιδιών των Κατηχητικών Σχολείων της Αρχιεπισκοπής και εγκαταβιοί στην Ιερά Μονή Πετράκη.

 

Κατά την περίοδο της Κατοχής ο π. Χρυσόστομος βρίσκεται ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος στην Έδεσσα και κατά την πυρπόλησή της από τους Γερμανούς το Σεπτέμβριο του 1944 καίγεται και το κελί του με ό,τι είχε μέσα. Από εκεί τον συναντούμε το 1950 στην Κοζάνη και ακολούθως στη Θεσσαλονίκη (εφημέριο του Ι. Ναού Αγ. Παρασκευής Αρετσούς) και την Αθήνα (εφημέριο στους Ι. Ναούς Αγ. Τριάδος Ν. Ηρακλείου, Αγ. Γλυκερίας Γαλατσίου και Αγ. Αποστόλων Υμηττού). Το 1954 καταφέρνει να μπει στην Θεολογική Σχολή Αθηνών και το 1958 παίρνει το πτυχίο. Εκεί γνώρισε ορισμένους υποτρόφους του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, από τους οποίους πληροφορήθηκε για την ιεραποστολική δραστηριότητα στην Ουγκάντα. Σε επίσκεψή του στην Πάτμο ο Γέρων π. Αμφιλόχιος Μακρής τον συμβουλεύει να μεταβεί ως Ιεραπόστολος στην Ουγκάντα. Το καλοκαίρι του 1959 τον συναντούμε για ένα μήνα στα Μετέωρα.

Το ιεραποστολικό του έργο ξεκίνησε ουσιαστικά το Πάσχα του 1960 σε ένα προσκύνημα στους Αγίους Τόπους με τον τότε Μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο και μετά από την επίσκεψή τους στον τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο Β΄. Έτσι, τον Ιούνιο του 1960 ο π. Χρυσόστομος βρίσκεται στην Καμπάλα της Ουγκάντα και έρχεται αντιμέτωπος με πολλές δυσκολίες (γλώσσα, ήθη και έθιμα, αποστάσεις, συνεχείς μετακινήσεις, έλλειψη χρημάτων κ.ά.). Οι πρώτες επιστολές – εκκλήσεις για ηθική και υλική βοήθεια στέλνονται σε γνωστούς και άγνωστους Έλληνες, ακόμα και στην Ευρώπη και στην Αμερική, οι οποίοι σπεύδουν να συνδράμουν με γράμματα ενισχυτικά, με χρηματικές επιταγές, με δέματα, με ιερά σκεύη, με ιερατικές στολές κ.ά. Μεγάλη ήταν η στήριξη που προσέφεραν εκείνη την εποχή ο Σύλλογος Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής «Οι φίλοι της Ουγκάντα» (ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1963) και λίγο αργότερα Ι. Μητροπόλεις, Οργανώσεις και Αδελφότητες.

Τον Μάρτιο του 1961 ο π. Χρυσόστομος τελεί τα εγκαίνια του μικρού Ι. Ναού του Ιεραποστολικού Κλιμακίου και σταδιακά αρχίζει να διδάσκει, να τελεί την Θεία Λειτουργία στην ύπαιθρο ή σε φτωχικές λασποκαλύβες, να τελεί ομαδικές βαπτίσεις, να ανεγείρει μικρές εκκλησίες και να οργανώνει ιερατικά σεμινάρια. Στις επιστολές του όμως είναι έκδηλο το παράπονό του ότι κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να πάει εκεί κοντά του και να τον βοηθήσει στο έργο παρά τις απεγνωσμένες του εκκλήσεις. «Δεν θα βρεθεί κάποιος να με λυπηθεί;» έγραφε. Μοναδικές εξαιρέσεις ο π. Αθανάσιος Ανθίδης (1963), μετέπειτα Ιεραπόστολος στην Καλκούτα των Ινδιών, και ο π. Αντώνιος Σταθακάρος (1967).

Από το 1966 μέχρι το 1970 εργάζεται ιεραποστολικά στην Κένυα και το 1967 η Κυβέρνηση αναγνωρίζει επίσημα την ύπαρξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το γεγονός αυτό ευνόησε την απρόσκοπτη ίδρυση ενοριών και την ανέγερση Ι. Ναών, την λειτουργία κατηχητικών και σεμιναρίων λειτουργικής.

 

Τον Αύγουστο του 1972 ο «παππούς», όπως χαρακτηριστικά τον προσφωνούσαν, μεταβαίνει στο Ζαΐρ, συνοδευόμενος από την ανιψιά του Όλγα Παπασαράντου, αδελφή του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Άγιος Σάββας». Εκεί εργάστηκε ιεραποστολικά στις πόλεις Κανάνγκα, Λικάσι, Λουμπουμπάσι, Κινσάσα και Κολουέζι, με πρώτο ποίμνιο μια ομάδα 100 περίπου ιθαγενών.

Σε πολλά γράμματά του διαφαίνεται ότι εκτός από την ιεραποστολή, τον π. Χρυσόστομο απασχολούσε ιδιαίτερα και η μόρφωση και η πνευματική κατάσταση των Ελλήνων ομογενών στην Αφρική, διασκορπισμένων στην αχανή χώρα «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Ένα μεγάλο του όραμα ήταν η ίδρυση μεγάλου Ιεραποστολικού Κέντρου στο Κογκό, αλλά δυστυχώς στις 29 Δεκεμβρίου 1972 ο ακάματος Ιεραπόστολος π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή στην Κανάνγκα του Κογκό, όπου και τάφηκε. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Βασιλίτσι, η Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας τιμώντας την μεγάλη αυτή προσωπικότητα και το έργο της, ανήγειρε προτομή του π. Χρυσοστόμου στις 29 Δεκεμβρίου 1985. Στις 29 Δεκεμβρίου 1987 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε μεταθανάτια το αργυρό μετάλλιο τιμής .

Τον «παππού» διαδέχθηκε στο Ιεραποστολικό Κλιμάκιο της Κανάνγκα από τον Ιούλιο του 1973 ο παλαιός φίλος και συνεργάτης του, ο Αρχιμανδρίτης π. Χαρίτων Πνευματικάκις (1908-1998).